Ό, τι με προβλημάτισε στην περίπτωση του αιτήματος για ευθανασία της νεαρής Ισπανίδας Noelia Castillo δεν ήταν το αίτημα καθαυτό, αλλά το γεγονός ότι η κοπέλα ήταν ανάπηρη (τετραπληγική), κατόπιν ενός σοβαρού τραυματισμού που προήλθε από απόπειρα αυτοκτονίας. Δεν επρόκειτο, δηλαδή για περίπτωση ανίατης ασθένειας σε τελικό στάδιο (π.χ. καρκίνος), αλλά για σοβαρή μορφή αναπηρίας που συνεπαγόταν έντονο ψυχικό άχθος. Η κοπέλα υπέφερε κυρίως ψυχικά. Αυτού του είδους ο πόνος, για όσους δεν έχουν περάσει τέτοιες δοκιμασίες, είναι πράγματι αφόρητος και πολλές φορές μη αναστρέψιμος, ούτε ανακουφίζεται με κάποια φαρμακευτική αγωγή.
Γράφει ο Δρ Δημήτριος Γκίκας, Φιλόλογος και Διδάκτωρ Πολιτικής Φιλοσοφίας

Δεν γεννήθηκα τυφλός. Άρχισα να τυφλώνομαι λίγο – λίγο, κοντά στα 40 μου, όταν διαγνώστηκα με μια σοβαρή εκφυλιστική πάθηση αμφιβληστροειδούς. Το σοκ δεν μπορεί να περιγραφεί, ούτε να εξηγηθεί εύκολα με λόγια. Οδηγούσα και ξαφνικά δεν μπορούσα να οδηγήσω. Περπατούσα κανονικά και ξανφικά δεν μπορούσα να περπατήσω, παρά μόνο με το υποβοηθητικό λευκό μπαστούνι ή με συνοδό. Πλέον δεν μπορώ να δω ούτε μια ταινία ή μια θεατρική παράσταση σαν φυσιολογικός άνθρωπος, δεν μπορώ να διαβάσω ένα βιβλίο, δεν μπορώ καν να διορθώσω μόνος μου μια εργασία ή ένα διαγώνισμα μαθητών μου. Αυτή η ψυχική οδύνη, η καθημερινή ανημποριά, δεν ξεπερνιέται, ούτε αναχαιτίζεται. Όμως, αντιμετωπίζεται.
Πώς; Με πίστη, ισχυρή θέληση και προσωπικό αγώνα. Κυρίως, όμως με υποστήριξη. Υποστήριξη από την υπέροχη οικογένειά μου, τους μοναδικούς μου φίλους, τους ενσυνείδητους συναδέλφους μου, τους καταπληκτικούς μου μαθητές. Όσοι έχουμε αυτό το πείσμα να εξακολουθούμε να έχουμε εργασιακή και κοινωνική ζωή, το έχουμε, επειδή κάποιος, κάποια στιγμή, μας είδε πεσμένους κάτω και μας σήκωσε όρθιους, λέγοντάς μας «είμαι δίπλα σου». Απαλείφεται ο πόνος μ’ αυτόν τον τρόπο; Όχι! Αλλά υποφέρεται ευκολότερα!
Είναι εύκολο να κατηγορούμε την κοινωνία που δεν μας προσφέρει προσβασιμότητα, που τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς είναι μη φιλικά, που πολλοί χώροι διασκέδασης και ψυχαγωγίας είναι εχθρικοί στην αναπηρία κάθε είδους, που το εργασιακό περιβάλλον βρίθει από παθογένειες, που οι δημόσιες υπηρεσίες μας θεωρούν νοητικά ανίκανους και ηλίθιους. Όμως, η κοινωνία για τον καθένα από μας δεν είναι το απρόσωπο κράτος ή οι τυχαίοι περαστικοί που συναντάμε στον δρόμο. Η κοινωνία είναι οι άνθρωποί μας, αυτοί που στέκονται δίπλα μας, αυτοί που μας σήκωσαν πάνω όταν πέσαμε, αυτοί που ακόμα μας κρατάνε όρθιους. Αν δεν ζεις σε τέτοιο περιβάλλον, ο πόνος γίνεται αβάσταχτος και η καθημερινότητα Γολγοθάς. Κι όταν κουβαλάς τον σταυρό εντελώς μόνος σου, παρακαλάς να πεθάνεις μια ώρα αρχύτερα.
Ό,τι με προβλημάτισε, λοιπόν στην περίπτωση της Noelia Castillo ήταν ότι η άτυχη κοπέλα δεν πρέπει να ζούσε (ή να αισθανόταν ότι ζούσε) σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον. Αποκομμένη στον εαυτό της, νιώθοντας απόρριψη ή, το πολύ, οίκτο, παραμελημένη, παρατημένη σε μιαν άκρη του κοινωνικού της περίγυρου, είχε ήδη πεθάνει πριν την ευθανασία.
Όχι, δεν επικροτώ την πράξη της, αλλά την κατανοώ. Διότι όταν φώναζε με κάθε τρόπο «στάσου δίπλα μου», ίσως να μην ήταν κανείς εκεί να την ακούσει. Και όχι, δεν κατηγορώ αυτήν, αλλά τον κοινωνικό της περίγυρο που δεν ήθελε, ή δεν μπόρεσε, επειδή δεν ασχολήθηκε όσο έπρεπε, να τη σηκώσει και πάλι όρθια…











