Ο Αλέξης Τσίπρας υπήρξε ίσως η πιο χαρακτηριστική πολιτική μορφή της Μεταπολίτευσης που πέρασε από τη ριζοσπαστική διαμαρτυρία στη διαχείριση της εξουσίας και, σήμερα, επιχειρεί μια νέα πολιτική επανεκκίνηση μέσα από την «ΕΛ.Α.Σ. – Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη».

Η πορεία του είναι μια διαδρομή πολιτικής μετάλλαξης, γεμάτη αντιφάσεις, προσαρμογές, διαψεύσεις αλλά και προσπάθειες επαναπροσδιορισμού. Το ερώτημα που συνοδεύει πλέον κάθε δημόσια εμφάνισή του είναι βαθύτερο από την ίδρυση ενός νέου φορέα. ‘Αλλαξε πραγματικά ο Τσίπρας ή άλλαξε μόνο ο τρόπος με τον οποίο εκφράζει τις ίδιες πολιτικές φιλοδοξίες;
Ο Τσίπρας της περιόδου 2012–2015 εμφανίστηκε ως ο πολιτικός της μεγάλης ρήξης. Μέσα στην πιο βίαιη οικονομική και κοινωνική κρίση της μεταπολιτευτικής Ελλάδας, ο ΣΥΡΙΖΑ εξέφρασε τη συσσωρευμένη οργή μιας κοινωνίας που ένιωθε ότι είχε προδοθεί από το πολιτικό σύστημα. Η γλώσσα εκείνης της εποχής ήταν σκληρή, σχεδόν πολεμική. Υπήρχε ένας ξεκάθαρος διαχωρισμός ανάμεσα στον «λαό» και το «κατεστημένο», ανάμεσα στις κοινωνικές δυνάμεις που υπέφεραν και στις πολιτικές και οικονομικές ελίτ που θεωρούνταν υπεύθυνες για τη χρεοκοπία. Ο Τσίπρας υποσχόταν κατάργηση των μνημονίων, σύγκρουση με τους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς λιτότητας, αποκατάσταση της λαϊκής κυριαρχίας και επιστροφή της αξιοπρέπειας στους πολίτες. Ήταν ένας πολιτικός λόγος βαθιά αντισυστημικός, που αντλούσε δύναμη από τη σύγκρουση και όχι από τη συναίνεση.
Το δημοψήφισμα του 2015 αποτέλεσε την κορυφαία στιγμή αυτής της πολιτικής στρατηγικής. Εκεί φάνηκε να συμπυκνώνεται όλη η φιλοσοφία της «ρήξης» που εξέφραζε ο ΣΥΡΙΖΑ. Ωστόσο, η υπογραφή του τρίτου μνημονίου λίγο αργότερα δημιούργησε μια ιστορική αντίφαση που θα συνοδεύει τον Τσίπρα για πάντα. Ο πολιτικός που εξελέγη για να ανατρέψει τη μνημονιακή πραγματικότητα βρέθηκε να τη διαχειρίζεται και να την εφαρμόζει. Εκείνη τη στιγμή άρχισε ουσιαστικά η μεγάλη μεταμόρφωσή του.
Μετά το 2015, ο Τσίπρας εγκαταλείπει σταδιακά τον λόγο της επαναστατικής Αριστεράς και στρέφεται προς έναν πιο πραγματιστικό και θεσμικό λόγο. Η εμπειρία της εξουσίας φαίνεται πως τον οδηγεί σε μια διαφορετική ανάγνωση της πολιτικής πραγματικότητας. Η σύγκρουση με την Ευρώπη αντικαθίσταται από την ιδέα της διαπραγμάτευσης μέσα στην Ευρώπη. Οι απόλυτες υποσχέσεις δίνουν τη θέση τους σε πιο προσεκτικές διατυπώσεις. Η Συμφωνία των Πρεσπών, οι επαφές με ευρωπαίους σοσιαλδημοκράτες και η προσπάθεια μετατροπής του ΣΥΡΙΖΑ σε έναν ευρύτερο προοδευτικό φορέα έδειξαν καθαρά ότι ο Τσίπρας αναζητούσε πλέον έναν νέο ρόλο. Τον ρόλο του κεντροαριστερού πολιτικού που μπορεί να κυβερνήσει και να συνθέσει.
Στον σημερινό του λόγο, ειδικά μετά την αποχώρησή του από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ και την προσπάθεια δημιουργίας της ΕΛ.Α.Σ., κυριαρχούν λέξεις που παλαιότερα δεν είχαν κεντρική θέση στη ρητορική του, όπως: θεσμική ανασυγκρότηση, δημοκρατική σταθερότητα, κοινωνικές συμμαχίες, προοδευτικό μέτωπο, κυβερνησιμότητα. Ακόμη και όταν επιστρέφει σε σύμβολα της ιστορικής Αριστεράς, όπως το όνομα «ΕΛ.Α.Σ.», η πολιτική ουσία δεν θυμίζει πλέον τον ριζοσπαστισμό της περιόδου των πλατειών και της αντιμνημονιακής εξέγερσης. Ο σημερινός Τσίπρας μοιάζει περισσότερο με έναν πολιτικό που επιδιώκει να ενώσει διαφορετικά ρεύματα της κεντροαριστεράς και λιγότερο με τον ηγέτη που επένδυε στην κοινωνική πόλωση.
Η μεγαλύτερη αλλαγή ίσως βρίσκεται ακριβώς εδώ. Ο Τσίπρας του 2012 πίστευε ότι η πολιτική προχωρά μέσα από τη σύγκρουση. Ο Τσίπρας του σήμερα φαίνεται να πιστεύει ότι η πολιτική επιβίωση περνά μέσα από τη σύνθεση. Από τον αντισυστημισμό πέρασε στον θεσμισμό. Από την κινηματική Αριστερά σε μια μορφή ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Από τη γλώσσα της καταγγελίας στη γλώσσα της διαχείρισης και της σταθερότητας. Είναι μια πορεία που πολλοί ερμηνεύουν ως πολιτική ωρίμανση και άλλοι ως πλήρη ενσωμάτωση στο ίδιο σύστημα που κάποτε κατήγγελλε.
Κι όμως, παρά τις μετατοπίσεις, ορισμένα στοιχεία παραμένουν σταθερά. Ο Τσίπρας εξακολουθεί να επενδύει πολιτικά στην έννοια της κοινωνικής ανισότητας, να ασκεί κριτική στις οικονομικές ελίτ και να παρουσιάζει τον εαυτό του ως εκφραστή μιας ευρείας «προοδευτικής πλειοψηφίας». Η αντιδεξιά ταυτότητα παραμένει βασικός άξονας του πολιτικού του λόγου, όπως και η πίστη ότι ένα ισχυρό κοινωνικό κράτος αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση δημοκρατικής ισορροπίας. Με αυτή την έννοια, δεν εγκατέλειψε πλήρως τις αρχικές του αναφορές. Θα έλεγε κανείς ότι περισσότερο τις αναδιατύπωσε μέσα σε ένα πιο ρεαλιστικό και λιγότερο επαναστατικό πλαίσιο.
Το μεγάλο πολιτικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει σήμερα είναι ότι η ελληνική κοινωνία θυμάται ταυτόχρονα δύο διαφορετικούς Τσίπρες. Από τη μία, τον νεαρό αντισυστημικό ηγέτη που υποσχόταν ανατροπή και εξέφραζε την ελπίδα μιας ολόκληρης κοινωνικής τάξης. Από την άλλη, τον πρωθυπουργό των αναγκαστικών συμβιβασμών, της υπογραφής μνημονίων και της πολιτικής προσαρμογής. Ανάμεσα σε αυτές τις δύο εικόνες κινείται πλέον ο σημερινός του λόγος.
Το αν η νέα του προσπάθεια αποτελεί πραγματική πολιτική εξέλιξη ή απλώς μια πιο ώριμη μορφή της ίδιας φιλοδοξίας, παραμένει ανοιχτό ερώτημα. Η απάντηση δεν θα δοθεί μόνο από τα νέα συνθήματα ή από τη δημιουργία ενός καινούργιου κομματικού φορέα. Θα κριθεί από το αν ο σημερινός Τσίπρας μπορέσει να πείσει ότι η μετάβασή του από τη ρήξη στον πραγματισμό δεν ήταν απλώς αποτέλεσμα της επαφής με την εξουσία, αλλά προϊόν βαθύτερης πολιτικής και ιδεολογικής ωρίμανσης.











