Καθώς κάθε κυβέρνηση οδεύει προς το τέλος της θητείας της, η επιδίωξη για ένα καθαρό προφίλ και η φιλοδοξία για επανεκλογή εντείνονται. Ο έλεγχος της διαχείρισης της εξουσίας γίνεται εντονότερος και τα φώτα της δημοσιότητας πέφτουν με μεγαλύτερη οξύτητα σε θεσμικά ελλείμματα, αδιαφανείς διαδικασίες και οικονομικές δυσλειτουργίες. Στην περίπτωση της κυβέρνησης Μητσοτάκη, που διανύει το δεύτερο μισό της δεύτερης τετραετίας της, τα σύννεφα δεν είναι λίγα.
ΟΠΕΚΕΠΕ: Το σκάνδαλο της “ευρωπαϊκής χρηματοδότησης”
Το τελευταίο χρονικό διάστημα, στο επίκεντρο της κριτικής βρίσκεται ο ΟΠΕΚΕΠΕ (Οργανισμός Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων). Σύμφωνα με πληροφορίες, ερευνώνται υποθέσεις κακοδιαχείρισης και αναθέσεων σε «ημέτερους», ενώ ευρωπαϊκές πηγές μιλούν για εν εξελίξει ποινικές έρευνες που σύντομα θα οδηγήσουν σε αποστολή δικογραφιών στη Βουλή. Οι πληροφορίες αυτές ενισχύονται από διαρροές που κάνουν λόγο για τουλάχιστον δέκα επιχειρηματίες οι οποίοι έχουν καταθέσει στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία στην Αθήνα, αποκαλύπτοντας σειρά καταγγελιών για απευθείας αναθέσεις, φωτογραφικούς διαγωνισμούς και συστηματική εύνοια σε ορισμένους επιχειρηματικούς ομίλους στη διανομή των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης.
Η πολιτική αντιπαράθεση πήρε φωτιά την περασμένη Τετάρτη στη Βουλή, όταν ο υπουργός Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης αντέδρασε έντονα στις αναφορές του προέδρου της Νέας Αριστεράς Αλέξη Χαρίτση για τα έργα ψηφιακής διακυβέρνησης, κάνοντας λόγο για «τρολ των υπονόμων» και αφήνοντας αιχμές περί συκοφαντικής εκστρατείας. Η ρητορική ένταση ωστόσο δεν έκρυψε την ουσία: το Ταμείο Ανάκαμψης είναι ήδη υπό μικροσκόπιο – εντός και εκτός Ελλάδας.
Το σκάνδαλο των υποκλοπών: Ένα θεσμικό ρήγμα
Ένα από τα μεγαλύτερα θεσμικά πλήγματα της τελευταίας εξαετίας υπήρξε το σκάνδαλο των παρακολουθήσεων, γνωστό και ως “Predatorgate”. Με κεντρικό πυρήνα την ΕΥΠ και την χρήση του λογισμικού κατασκοπείας Predator, αποκαλύφθηκε παρακολούθηση δημοσιογράφων, πολιτικών – ανάμεσά τους ο τότε πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ Νίκος Ανδρουλάκης – καθώς και επιχειρηματιών. Η υπόθεση προκάλεσε πολιτική θύελλα και οδήγησε σε παραιτήσεις κορυφαίων στελεχών, μεταξύ των οποίων ο διοικητής της ΕΥΠ Παναγιώτης Κοντολέων και ο γενικός γραμματέας του Πρωθυπουργού και ανιψιός του, Γρηγόρης Δημητριάδης.
Η κυβέρνηση αρνήθηκε ότι υπήρξε παράνομη παρακολούθηση και επικαλέστηκε «νόμιμες επισυνδέσεις», ωστόσο η Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής δεν κατόρθωσε να φτάσει σε κοινά αποδεκτό πόρισμα, αφήνοντας το ζήτημα να αιωρείται. Παράλληλα, ευρωπαϊκές θεσμικές εκθέσεις (PEGA – Ευρωκοινοβούλιο) άσκησαν σφοδρή κριτική για την έλλειψη διαφάνειας και την υπονόμευση του κράτους δικαίου.

Καταγγελίες για τις απευθείας αναθέσεις: Μια νέα “εργαλειοθήκη” εξουσίας
Η περίοδος της πανδημίας ανέδειξε μια ακόμη διάσταση αδιαφάνειας. Σύμφωνα με το Ελεγκτικό Συνέδριο, αλλά και στοιχεία που έχει αναδείξει η αντιπολίτευση, από το 2020 έως το 2023 έγιναν απευθείας αναθέσεις άνω των 9 δισεκατομμυρίων ευρώ, με ελάχιστους διαγωνισμούς και πολλαπλές συμβάσεις σε ίδιες εταιρείες. Αντικείμενα κυμαίνονταν από μάσκες και rapid test μέχρι επικοινωνιακές καμπάνιες και ψηφιακές πλατφόρμες.
Η υπόθεση με την καμπάνια «Μένουμε Σπίτι» πυροδότησε έντονη συζήτηση όταν αποκαλύφθηκε ότι δεκάδες ΜΜΕ έλαβαν χρηματοδότηση χωρίς διαφανή κριτήρια, ενώ περιθωριακά ή αντικυβερνητικά μέσα είτε αποκλείστηκαν είτε έλαβαν ελάχιστα ποσά. Η υπόθεση, αν και δεν οδήγησε σε ποινικές διώξεις, ενίσχυσε την εικόνα ενός στενού δικτύου επιρροής γύρω από τον πυρήνα της εξουσίας.
Το σκάνδαλο με τις ταυτότητες και το παρασκήνιο των εκτυπώσεων
Πρόσφατα ερωτήματα έχουν προκύψει και γύρω από τον διαγωνισμό για τις νέες ταυτότητες, ύψους άνω των 500 εκατ. ευρώ. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, υπήρξαν παρεμβάσεις στον διαγωνισμό, που οδήγησαν στην αποχώρηση διεθνών ομίλων και στην τελική κατακύρωση σε συγκεκριμένο σχήμα με ερωτήματα για τους όρους αξιολόγησης. Η υπόθεση βρίσκεται υπό διερεύνηση από τις ευρωπαϊκές αρχές λόγω της συγχρηματοδότησης του έργου.
Ένα κρίσιμο δίλημμα για τη δημοκρατία
Το επόμενο διάστημα αναμένεται ιδιαίτερα κρίσιμο, καθώς η σκιά νέων αποκαλύψεων απλώνεται πάνω από το κυβερνητικό στρατόπεδο. Οι πληροφορίες για επικείμενες αποστολές δικογραφιών στη Βουλή, το ενδεχόμενο πολιτικής φθοράς και η επανεμφάνιση του παράγοντα «κοινή γνώμη» στο προσκήνιο συνθέτουν ένα εκρηκτικό μίγμα. Την ίδια ώρα, η Ευρωπαϊκή Ένωση φαίνεται διατεθειμένη να παρακολουθήσει στενότερα τις πρακτικές διαχείρισης των κονδυλίων που η ίδια χρηματοδοτεί.
Η δημοκρατία δεν απειλείται μόνο από κραυγαλέες παρεκτροπές, αλλά και από την αθόρυβη διολίσθηση σε μια κουλτούρα ατιμωρησίας. Η πολιτική τάξη οφείλει να αναμετρηθεί με την ευθύνη της – όχι μόνο στο επίπεδο της διαχείρισης, αλλά και στο επίπεδο του παραδείγματος.











