Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται μηχανικά. Αντιθέτως, φωτίζει με ρεαλισμό τα διλήμματα του παρόντος. Σε μια περίοδο όπου η Μέση Ανατολή φλέγεται και οι συμμαχίες επαναπροσδιορίζονται με φόντο τη σύγκρουση μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστίνης και με την ενεργή παρουσία δυνάμεων όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν, η Ανατολική Μεσόγειος μετατρέπεται ξανά σε χώρο σκληρού ανταγωνισμού.
Γράφει ο Δρ Δημήτριος Γκίκας, Διδάκτωρ Πολιτικής Φιλοσοφίας

Σε τέτοιες στιγμές, η επίκληση του διεθνούς δικαίου ή της «ηθικής υπεροχής» δεν αρκεί. Αυτό που τελικά μετρά είναι η ισχύς: στρατιωτική, γεωπολιτική, διπλωματική – κυρίως, όμως η αντίληψη που έχουν οι άλλοι γι’ αυτήν.
Αυτό δεν είναι απλά κυνισμός. Είναι πολιτικός ρεαλισμός. Είναι Θουκυδίδης.
Ο Θουκυδίδης, αναλύοντας τα αίτια του Πελοποννησιακού Πολέμου, δεν στέκεται σε ηθικολογίες. Η βαθύτερη αιτία, γράφει, ήταν η αύξηση της δύναμης της Αθήνας και ο φόβος που αυτή προκάλεσε στη Σπάρτη. Δεν ήταν το «δίκαιο» που έκρινε την πορεία των πραγμάτων, αλλά η μεταβολή της ισορροπίας ισχύος.
Ακόμη πιο διδακτική είναι η περίπτωση της Κέρκυρας. Αντιμέτωπη με την απειλή της Κορίνθου, η Κέρκυρα προσέρχεται στην Αθήνα ζητώντας συμμαχία. Δεν επικαλείται απλώς ηθικά επιχειρήματα ή κάποιο «διεθνές δίκαιο». Προβάλλει την αξία της: ισχυρό ναυτικό, στρατηγική θέση στον θαλάσσιο δρόμο προς τη Δύση, κρίσιμο ρόλο στον έλεγχο του Ιονίου. Με άλλα λόγια, προσφέρει χειροπιαστή ισχύ.
Η Αθήνα, από την πλευρά της, δεν λειτουργεί συναισθηματικά. Δεν «συγκινείται». Υπολογίζει. Αν η Κέρκυρα περάσει στην επιρροή της Κορίνθου, η ισορροπία θα ανατραπεί. Αν ενταχθεί στη δική της σφαίρα, ενισχύεται η ίδια. Η συμμαχία δεν συνήφθη στη βάση μιας πράξης αλτρουισμού. Ήταν μια πράξη στρατηγικού συμφέροντος.
Αυτό είναι το διαχρονικό δίδαγμα: οι μεγάλες δυνάμεις σέβονται εκείνον που έχει να προσφέρει ισχύ ή να προκαλέσει κόστος. Όχι εκείνον που απλώς επικαλείται το δίκαιο.
Στο σημερινό περιβάλλον της Ανατολικής Μεσογείου, η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε ένα ανάλογο δίλημμα. Η Τουρκία επιδιώκει ρόλο αυτόνομου περιφερειακού παίκτη, αξιοποιώντας γεωγραφία, στρατιωτική ισχύ και ευελιξία συμμαχιών. Παράλληλα, οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή δημιουργούν νέες γραμμές σύγκλισης και ρήξης, όπου τα συμφέροντα δεν ταυτίζονται αυτομάτως.
Εάν η Ελλάδα παραμείνει σε παθητική στάση, περιοριζόμενη σε ρητορικές καταγγελίες ή σε μια αόριστη επίκληση της ευρωπαϊκής της ιδιότητας και του διεθνούς δικαίου, κινδυνεύει να επιβεβαιώσει έναν θουκυδίδειο κανόνα: ότι η αδράνεια απέναντι στη σταδιακή ενίσχυση ενός ανταγωνιστή οδηγεί τελικά σε στρατηγική υποβάθμιση.
Η απομόνωση ενός αναθεωρητικού παίκτη – διπλωματικά και θεσμικά – δεν είναι πράξη συναισθηματικής αντίδρασης. Είναι εργαλείο ισχύος. Προϋποθέτει ενεργή οικοδόμηση συμμαχιών, σαφή τοποθέτηση και ενίσχυση της αξιοπιστίας της αποτρεπτικής ισχύος. Στη θουκυδίδεια σκέψη, όποιος δεν διαμορφώνει το περιβάλλον του, διαμορφώνεται, και μάλιστα ακούσια, από αυτό.
Η Ελλάδα μπορεί να επιλέξει είτε να λειτουργήσει ως «Κέρκυρα» που αντιλαμβάνεται τη στρατηγική της αξία και την αξιοποιεί, είτε ως πόλη που περιμένει από άλλους να εγγυηθούν την ασφάλειά της χωρίς αντάλλαγμα. Στον κόσμο του Θουκυδίδη – όπως και στον κόσμο της Ανατολικής Μεσογείου του 21ου αιώνα – οι συμμαχίες δεν χτίζονται πάνω σε ευχές. Χτίζονται πάνω σε συμφέρον, ισχύ και αξιοπιστία.
Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι απλώς να έχουμε δίκιο. Είναι να έχουμε διπλωματικό και στρατηγικό «βάρος». Διότι, όπως θα αναγνώριζε κάθε ρεαλιστής αναγνώστης του Θουκυδίδη, το δίκαιο ακούγεται περισσότερο όταν υποστηρίζεται από δύναμη…











