Υπάρχουν γελοιογραφίες που μέσα σε μία μόνο φράση συμπυκνώνουν μια ολόκληρη πολιτική πραγματικότητα. Η φράση «Τι έγινε με τη Νέα Αριστερά; – Πάλιωσε γρήγορα» ανήκει σε αυτή την κατηγορία.
Του Δημήτρη Τζιβελέκη

Το λογοπαίγνιο είναι προφανές. Ένα κόμμα που ονομάζεται «Νέα Αριστερά» δημιουργήθηκε για να εκφράσει το καινούργιο, την ανανέωση, τη ρήξη με τις παθογένειες του παρελθόντος. Ωστόσο, μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα βρέθηκε να αντιμετωπίζει το ίδιο πρόβλημα που αντιμετώπισαν πολλοί πολιτικοί σχηματισμοί πριν από αυτό. Την αδυναμία να πείσει ότι εκπροσωπεί κάτι πραγματικά νέο.
Η Νέα Αριστερά γεννήθηκε από τη διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ στα τέλη του 2023 και συγκροτήθηκε ως κόμμα το 2024, με τη συμμετοχή γνωστών στελεχών της λεγόμενης «κυβερνώσας Αριστεράς».
Όμως εδώ εμφανίστηκε η πρώτη αντίφαση. Πώς μπορεί να παρουσιαστεί ως «νέο» ένα κόμμα που στελεχώνεται σχεδόν αποκλειστικά από πρόσωπα ταυτισμένα με την προηγούμενη δεκαετία; Οι πρωταγωνιστές του είχαν ήδη ασκήσει εξουσία, είχαν συμμετάσχει σε κυβερνήσεις, είχαν λάβει κρίσιμες αποφάσεις και είχαν δοκιμαστεί πολιτικά. Για πολλούς ψηφοφόρους, η Νέα Αριστερά έμοιαζε περισσότερο με «παλιά αριστερά σε νέα συσκευασία» παρά με μια πραγματική επανεκκίνηση.
Το αποτέλεσμα ήταν ότι το κόμμα δεν κατάφερε να δημιουργήσει ισχυρό πολιτικό ρεύμα. Στις ευρωεκλογές του 2024 έλαβε 2,45%, μένοντας εκτός Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Η εκλογική αυτή επίδοση δεν ήταν απλώς ένα αρνητικό αποτέλεσμα. Ήταν μια ένδειξη ότι ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας δεν αντιλήφθηκε σαφή λόγο ύπαρξης του νέου σχηματισμού. Η αποχώρηση από τον ΣΥΡΙΖΑ από μόνη της δεν αρκούσε ως πολιτική πρόταση.
Η γελοιογραφική ατάκα αποκτά έτσι βαθύτερο νόημα. Η Νέα Αριστερά δεν «παλιώνει» επειδή πέρασαν πολλά χρόνια. «Παλιώνει» επειδή γεννήθηκε κουβαλώντας ήδη το βάρος του παρελθόντος της. Η ηλικία ενός πολιτικού φορέα δεν μετριέται με ημερομηνίες ίδρυσης αλλά με την ικανότητά του να παράγει νέες ιδέες, νέες κοινωνικές συμμαχίες και νέες πολιτικές αφηγήσεις.
Από αυτή την άποψη, το πρόβλημα δεν είναι μόνο της Νέας Αριστεράς. Είναι ευρύτερο πρόβλημα ολόκληρου του χώρου της ελληνικής κεντροαριστεράς και της αριστεράς. Εδώ και χρόνια τα κόμματα του χώρου ανακυκλώνουν τα ίδια πρόσωπα, τις ίδιες αντιπαραθέσεις και συχνά τις ίδιες πολιτικές γλώσσες, ενώ η κοινωνία έχει μετακινηθεί προς νέες αγωνίες: το στεγαστικό πρόβλημα, την τεχνολογική μετάβαση, την ανασφάλεια της εργασίας, το δημογραφικό, την ενεργειακή κρίση.
Η Νέα Αριστερά επιχείρησε να εμφανιστεί ως φορέας ανανέωσης, αλλά βρέθηκε εγκλωβισμένη ανάμεσα σε δύο κόσμους. Από τη μία, δεν μπορούσε να αποκοπεί πλήρως από την κληρονομιά του ΣΥΡΙΖΑ. Από την άλλη, δεν κατάφερε να διατυπώσει ένα τόσο διαφορετικό όραμα ώστε να δικαιολογήσει την ύπαρξή της ως ξεχωριστού πολιτικού υποκειμένου.
Ίσως λοιπόν η γελοιογραφία να μην σατιρίζει μόνο ένα κόμμα. Ίσως να σατιρίζει μια ολόκληρη πολιτική κουλτούρα. Διότι το πραγματικά νέο δεν βρίσκεται στην ταμπέλα, στο λογότυπο ή στην ημερομηνία ίδρυσης. Βρίσκεται στην ικανότητα να διαβάζεις την εποχή σου καλύτερα από τους αντιπάλους σου.
Και εκεί ακριβώς βρίσκεται το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό: η Νέα Αριστερά «πάλιωσε γρήγορα» ή δεν πρόλαβε ποτέ να γίνει πραγματικά νέα;











