Υπήρξαν εποχές που ορισμένα επαγγέλματα δεν ορίζονταν απλώς από τις δεξιότητες ή την αμοιβή τους, αλλά από το ειδικό βάρος της ευθύνης τους. Ο δικαστής, ο δάσκαλος, ο ιερέας, ο γιατρός δεν ασκούσαν απλώς μια εργασία, επιτελούσαν λειτούργημα. Η κοινωνία τούς εμπιστευόταν όχι μόνο τη ζωή, τη γνώση ή την ψυχή του ανθρώπου, αλλά και τη διαμόρφωση αξιών, συνειδήσεων και προτύπων.
Γράφει ο Δρ Δημήτριος Γκίκας, Φιλόλογος και Διδάκτωρ Πολιτικής Φιλοσοφίας

Σήμερα, αυτή η έννοια του λειτουργήματος μοιάζει να ξεθωριάζει. Όχι επειδή οι ανάγκες της κοινωνίας άλλαξαν, αλλά επειδή αλλοιώθηκε ο τρόπος άσκησης της εξουσίας που συνοδεύει αυτά τα επαγγέλματα. Σε πολλές περιπτώσεις, η απαξίωση δεν ήρθε «απ’ έξω», αλλά εκ των έσω.
Η κατάχρηση εξουσίας υπήρξε ένας βασικός διαβρωτικός παράγοντας. Όταν ο δικαστής ξεχνά ότι αποστολή του είναι η δικαιοσύνη και όχι το κυνήγι ισχύος ή χρήματος, όταν ο γιατρός βλέπει τον ασθενή ως «περιστατικό» και όχι ως άνθρωπο, όταν ο ιερέας μετατρέπει την πνευματική καθοδήγηση σε υπαλληλικό έργο, όταν ο δάσκαλος αντικαθιστά την παιδαγωγική με την επιβολή, τότε το λειτούργημα χάνει το ηθικό του έρεισμα. Και μαζί του χάνεται και η κοινωνική εμπιστοσύνη.
Παράλληλα, ένας δεύτερος παράγοντας υπονόμευσης είναι ο παραγκωνισμός του ανθρωπιστικού ρόλου αυτών των επαγγελμάτων. Η σύγχρονη εποχή, με την εμμονή στην αποδοτικότητα, στους δείκτες και στην “ανταπόδοση” (οικονομική κυρίως), τείνει να απογυμνώνει τα λειτουργήματα από τον διαπλαστικό τους χαρακτήρα. Η ηθική διάσταση, η καλλιέργεια χαρακτήρα, η φροντίδα του ανθρώπου ως ολότητα αντιμετωπίζονται συχνά ως πολυτέλεια ή ως κάτι «εκτός αρμοδιότητας».
Έτσι, ο γιατρός που θεωρεί την έκτρωση ως μια απλή ιατρική πράξη και αφήνει την ηθική διάσταση του θέματος απ’ έξω ως μη σχετική, ο δάσκαλος που φιμώνει το παιδί, θεωρώντας ότι δικαιούται να το κάνει και δεν αντιλαμβάνεται τι σημαίνει αυτό για την ίδια την παιδαγωγική του αποστολή κ.ο.κ. είναι φαινόμενα όχι της εποχής, αλλά της ηθικής απαξίωσης της ίδιας της αποστολής τους.
Το αποτέλεσμα είναι διπλό και επικίνδυνο: από τη μία, επαγγελματίες που αισθάνονται ότι δεν χρειάζεται να λογοδοτούν ηθικά, παρά μόνο τυπικά κι από την άλλη, μια κοινωνία που παύει να σέβεται, να εμπιστεύεται και τελικά να υπερασπίζεται αυτούς τους θεσμούς. Όταν το λειτούργημα χάνει το νόημά του, γίνεται απλώς μια θέση ισχύος ή μια πηγή εισοδήματος – και τότε η απαξίωση είναι αναπόφευκτη.
Η αποκατάσταση δεν μπορεί να είναι μόνο θεσμική ή πειθαρχική. Χρειάζεται επιστροφή στην ουσία: στην επίγνωση ότι ο πυρήνας αυτών των επαγγελμάτων είναι βαθιά ανθρωπιστικός. Ότι προϋποθέτουν ενσυναίσθηση, ευθύνη, πρωτίστως ότι αποτελούν πυξίδες ηθικής. Τέλος ότι η εξουσία που τα συνοδεύει δεν είναι προνόμιο, αλλά βάρος.
Ίσως τελικά το ερώτημα δεν είναι αν τα λειτουργήματα απαξιώθηκαν, αλλά αν εμείς – ως κοινωνία, ως επαγγελματίες, ως λειτουργοί οι ίδιοι – είμαστε ακόμη διατεθειμένοι να υπερασπιστούμε το ηθικό τους περιεχόμενο. Γιατί χωρίς αυτό, κανένας θεσμός δεν μπορεί να σταθεί, καμία κοινωνία δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς εμπιστοσύνη σε εκείνους που κρατούν στα χέρια τους τον άνθρωπο…











