Το τυρί που φτιάχνει αυτή η στάνη, ξίνισε…

10

Η καλύτερη στιγμή της Εθνικής Ελλάδας απέναντι στην Ιταλία ήταν η ένταση με την οποία οι διεθνείς έψαλλαν τον εθνικό ύμνο.

Κι αυτό μαρτυρά τα πάντα για το ποδόσφαιρο μας συνολικά.

Είναι σκληρό, αλλά η ποδοσφαιρική μας σχολή -αν έχουμε τέτοια- μπορεί να χαρακτηριστεί με πολύ συγκεκριμένες λέξεις. «Πάμε». «Γερά». «Φάτε τους». «Ψυχή». «Ορμάτε». «Γιούρια».

Όλα αυτά μπορεί κάποτε να έκαναν τη διαφορά στο παλιό ποδόσφαιρο, στο οποίο αν «μάτωνες» την φανέλα, αν «έτρωγες» το γήπεδο, αν έπαιζες μαν-του-μαν μέχρι τις τουαλέτες, είχες μια τύχη να «κλέψεις» αποτέλεσμα. Στο εξελιγμένο ποδόσφαιρο του 2019 όλα αυτά δεν έχουν πια την παραμικρή σημασία από την στιγμή που ο διαιτητής σφυρίζει για πρώτη φορά. Διότι αν δεν έχεις την μπάλα, αν δεν την ζητήσεις, αν δεν ξέρεις τι να την κάνεις μετά, δεν έχεις καμία τύχη πια.

Η καλύτερη στιγμή της Εθνικής Ελλάδας σε όλο το 90λεπτο δεν ήταν κάποιος όμορφος συνδυασμός, κάποια κομπίνα σε στημένο, μία όμορφη ντρίμπλα ή κάποια ψαγμένη μπαλιά. Ήταν η ένταση με την οποία οι Έλληνες διεθνείς έψαλλαν τον εθνικό ύμνο. Όμορφη εικόνα αναμφισβήτητα -διαχρονικά ζηλεύαμε το πάθος με το οποίο οι Ιταλοί τραγουδούσαν αγκαλιασμένοι, με τις φλέβες να πετάγονται στον λαιμό τους, το «Fratelli d’Italia». Αυτό όμως δεν είναι ποδόσφαιρο. Δεν αφορά το ποδόσφαιρο κι αυτό που παίζεται στις τέσσερις γραμμές.

Κάπου τον καταλαβαίνω τον Άγγελο. Αν ξέρεις ότι πρέπει με «νεροπίστολα» να αντιμετωπίσεις τα «πυρηνικά», τότε ο μόνος δρόμος είναι ο κλεφτοπόλεμος. Η ανορθόδοξη μάχη. Το αλαλούμ μπας και μπερδευτεί ο αντίπαλος. Ο Φορτούνης ψευτοεννιάρι, ο Σιόβας κόφτης, ο Ζέκα δεξιός μπακ, μία ανάμεικτη σαλάτα κι ότι κάτσει. Μόνο που καμιά φορά αυτή η μέθοδος μοιάζει αυτοκτονική. Περισσότερο μπερδεύεσαι εσύ, παρά ο αντίπαλος. Κι άμα σου φύγει το ματς, τότε δεν μαζεύεται, καληνύχτα.

Το πρόβλημα δεν είναι ο Άγγελος -που ίσως να είναι και αυτός, αλλά αυτό είναι μία άλλη ιστορία. Το πρόβλημα δεν ήταν ούτε ο Σκίμπε, ούτε ο Ρανιέρι, ούτε ο Σάντος, ούτε κανείς. Το πρόβλημα είναι βαθιά δομικό και αφορά την παραγωγική διαδικασία. Το ποδόσφαιρο σε βάθος. Στις ρίζες. Στην παραγωγική του διαδικασία.

Στο είδος της μπάλας που παίζεται στην Ελλάδα, από τα προ-μίνι, μέχρι τους παλαίμαχους. Από τα 5Χ5 και τα 8Χ8 μέχρι την Super League. Το αποτέλεσμα είναι ο Θεός. Ο φόβος μη τυχόν και χάσουμε (και τι θα πει ο κόσμος) κυριεύει. Διώξτε, μην φάμε γκολ! Σχήματα με 5 αμυντικά χαφ και έναν ξέμπαρκο μπροστά σαν την καλαμιά στον κάμπο λες και διακυβεύεται κανένα Παγκόσμιο Κύπελλο. Φόβος, αργός ρυθμός, διακοπές, γκολ με το σταγονόμετρο, ελάχιστη ποιότητα. Κακά τα ψέματα, αυτό το ποδόσφαιρο βλέπουμε μια ζωή στα μέρη μας.

Διαβάστε επίσης:  Οι αθλητικές μεταδόσεις 15/6/19

Η Ελλάδα παράγει ελιές, φέτα και… στόπερ και υπάρχει λόγος για αυτό. Διότι, ξέρουμε μόνο να καταστρέφουμε. Μόνο αυτό διδάσκουμε. Άμυνα. Καταστολή. Αντίδραση. Μόνο που το ποδόσφαιρο άλλαξε. Η τάση του δεν είναι η πια καταστροφή, αλλά η παραγωγή. Ο Γκουαρντιόλα, όχι ο Μουρίνιο. Ο Κλοπ, όχι ο Χελένιο Χερέρα.

Αλήθεια, ποιο δημιουργικό box-to-box έχει πια το ελληνικό ποδόσφαιρο; Ποιο εξτρέμ; Ποιο μοντέρνο σέντερ-φορ; Τι σχέση έχουμε με το build-up που πλέον ξεκινάει από τον τερματοφύλακα, που υποχρεωτικά πια είναι ο πρώτος επιτιθέμενος; Ο λόγος που δεν έχουμε / παράγουμε τίποτα από όλα αυτά είναι διότι κανείς (από τις μικρές ηλικίες) δεν ενθαρρύνει την ατομική πρωτοβουλία, την ντρίμπλα, την τεχνική, την άνεση στο κράτημα ή το κουβάλημα της μπάλας. Το μόνο που μας νοιάζει είναι να φτιάχνουμε παίκτες που θα την ξεφορτώνονται και μετά θα τρέχουν για να καλύπτουν χώρους. Κι ούτε καν με πρέσινγκ ψηλά μπας και τουλάχιστον ανακτήσουμε την μπάλα σε κάποια επικίνδυνη ζώνη για να βγει φάση άμεσα. Άμυνα χαμηλά, παθητικά, στο δικό μας μισό. Ποδόσφαιρο άλλης εποχής.

Για το 0-3 από την Ιταλία και κυρίως για την αποκαρδιωτική εικόνα στο γήπεδο δεν φταίει ΚΑΝΕΙΣ από όσους αγωνίστηκαν. Αυτοί είναι, δεν έχουμε κάποιους καλύτερους. Ακόμα κι αν αδικήθηκαν κάποιοι, υπάρχει κανείς που να πιστεύει ότι με τον Μήτρογλου, ή τον Πέλκα ή τον Μάνταλο ή τον Δώνη ή τον οποιοδήποτε θα μπορούσαμε να πάρουμε την μπάλα από τους Ιταλούς, να τους κοιτάξουμε στα μάτια και να παίξουμε κανονικά; Ας μην κοροϊδευόμαστε. Αυτός -εξάλλου- είναι και ο λόγος που η Εθνική ασφυκτιά κάθε φορά που αντιμετωπίζει τις Αρμενίες, τις Φινλανδίες, ακόμα και τα Λιχτενστάιν αυτού του κόσμου.

Υπάρχει και κάτι άλλο, αλλά είναι δευτερεύον. Στην Ζένιτσα χάναμε με 2-0 από το 15’, άσχετα αν το γυρίσαμε στην επανάληψη. Στο πρόσφατο φιλικό με την Τουρκία χάναμε με 2-0 από το 17’, το 2-1 ήρθε τιμητικά στις καθυστερήσεις. Με τους Ιταλούς το σκορ ήταν 0-3 από το 33ο λεπτό. Τυχαιότητες -και μάλιστα σε τρία συνεχόμενα παιχνίδια- στο ποδόσφαιρο δεν υπάρχουν. Αυτό λέγεται λανθασμένη ανάγνωση.

Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι βαθιά δομικό κι όποιος δεν θέλει να το δει, εθελοτυφλεί. Το ποδόσφαιρο τα τελευταία χρόνια προχώρησε 50 χρόνια μπροστά κι εμείς μείναμε στάσιμοι, βαλτώσαμε, μείναμε στα παλιά. Αν μείνουμε στο «κοιτάμε κάθε παιχνίδι ξεχωριστά, μας απασχολεί μόνο ο επόμενος αντίπαλος», τότε θα βλέπουμε τα τρένα να περνούν, ρίχνοντας το ανάθεμα στον πρώτο που βλέπουμε μπροστά μας. Σαν τον σκύλο που κυνηγάει μονίμως την ουρά του…