8 Σεπτεμβρίου: Γέννηση της υπεραγίας Θεοτόκου

14

 

«Αποκάλυψαν προς Κύριον την οδόν σου και έλπισον επ᾿ αυτόν, και αυτός ποιήσει» (Ψαλμός λστ’ στ. 5). Φανέρωσε στον Κύριο με εμπιστοσύνη το δρόμο και τις επιδιώξεις και τις ανάγκες της ζωής σου και έλπισε σ’ Αυτόν και Αυτός θα κάνει εκείνα που ζητάς και χρειάζεσαι. Μ’ αυτή την εμπιστοσύνη και ελπίδα, ο Ιωακείμ και η Άννα ικέτευαν προσευχόμενοι το Θεό να της χαρίσει παιδί, να το έχουν γλυκεία παρηγοριά στα γεράματα τους.

Και την ελπίδα της ο Θεός έκανε πραγματικότητα. Της χάρισε την Παρθένο Μαριάμ, που ήταν ορισμένη να γεννήσει το Σωτήρα του κόσμου και να λάμψει σαν η πιο ευλογημένη μεταξύ των γυναικών. Ήταν εκείνη, από την οποία έμελλε να προέλθει Αυτός που θα συνέτριβε την κεφαλή του νοητού όφεως. Στην Παλαιά Διαθήκη δόθηκαν της προτυπώσεις της Υπεραγίας Θεοτόκου. Μία είναι και η βάτος στο Σινά, την οποία ενώ είχαν περιζώσει φλόγες φωτιάς, αυτή δεν καιγόταν. Ήταν απεικόνιση της Παρθένου, που θα γεννούσε το Σωτήρα Χριστό και συγχρόνως θα διατηρούσε την παρθενία της. Έτσι, η Άννα και ο Ιωακείμ, που ήταν από το γένος του Δαβίδ, με την κραταιά ελπίδα που είχαν στο Θεό απέκτησαν απ’ Αυτόν το επιθυμητό δώρο, που θα συντροφεύει τον κόσμο μέχρι συντέλειας αιώνων.

Απολυτίκιον

Ήχος δ’.

Η γέννησίς σου Θεοτόκε, χαράν εμήνυσε πάση τη οικουμένη, εκ σού γαρ ανέτειλεν ο Ήλιος της δικαιοσύνης, Χριστός ο Θεός ημών, και λύσας την κατάραν, έδωκε την ευλογίαν, και καταργήσας τον θάνατον, εδωρήσατο ημίν ζωήν την αιώνιον.

Κοντάκιον

Ήχος δ’. Αυτόμελον.

Ιωακείμ και Άννα ονειδισμού ατεκνίας, και Αδάμ και Εύα, εκ της φθοράς του θανάτου, ηλευθερώθησαν, Άχραντε, εν τη αγία γεννήσει σου, αυτήν εορτάζει και ο λαός σου, ενοχής των πταισμάτων, λυτρωθείς εν τω κράζειν σοι· Η Στείρα τίκτει την Θεοτόκον, και τροφόν της ζωής ημών.

Διαβάστε επίσης:  Σε δύο άνδρες ανήκουν οι σοροί που εντοπίστηκαν

Κάθισμα

Ήχος δ’. Κατεπλάγη Ιωσήφ.

Αναβόησον Δαυΐδ, τι ώμοσέ σοι ο Θεός; Α μοι ώμοσε φησί, και εκπεπλήρωκεν ιδού, εκ του καρπού της κοιλίας μου δούς την Παρθένον· εξ ης ο πλαστουργός, Χριστός ο νέος Αδάμ, ετέχθη βασιλεύς, επί του θρόνου μου· και βασιλεύει σήμερον, ο έχων την βασιλείαν ασάλευτον. Η στείρα τίκτει, την Θεοτόκον, και τροφόν της ζωής ημών.

Έτερον Κάθισμα

Ήχος δ’. Κατεπλάγη Ιωσήφ.

Εκ της ρίζης Ιεσσαί, και εξ οσφύος του Δαυΐδ, η θεόπαις Μαριάμ, τίκτεται σήμερον ημίν, και νεουργείται, η σύμπασα και θεουργείται. Συγχάρητε ομού, ο ουρανός και η γη· αινέσατε αυτήν, αι πατριαί των εθνών, Ιωακείμ ευφραίνεται, και Άννα πανηγυρίζει κραυγάζουσα· Η στείρα τίκτει, την Θεοτόκον, και τροφόν της ζωής ημών.

Έτερον Κάθισμα

Ήχος πλ. δ’. Το προσταχθέν μυστικώς.

Αγαλλιάσθω ουρανός, γη ευφραινέσθω· ο του Θεού γαρ ουρανός, εν γη ετέχθη, η Θεόνυμφος αύτη εξ επαγγελίας. Η στείρα βρέφος θηλάζει την Μαριάμ· και χαίρει επί τω τόκω Ιωακείμ. Ράβδος λέγων ετέχθη μοι, εξ ης το άνθος Χριστός, εβλάστησεν εκ ρίζης Δαυΐδ. Όντως θαύμα παράδοξον!

Έτερον Κάθισμα

Ήχος δ’. Κατεπλάγη Ιωσήφ.

Η Παρθένος Μαριάμ, και Θεοτόκος αληθώς, ως νεφέλη του φωτός, σήμερον έλαμψεν ημίν, και εκ Δικαίων προέρχεται εις δόξαν ημών. Ουκ έτι ο Αδάμ κατακρίνεται· η Εύα των δεσμών ηλευθέρωται· και διά τούτο κράζομεν βοώντες, εν παρρησία τη μόνη Αγνή· Χαράν μηνύει, η γέννησίς σου, πάση τη οικουμένη.

Ο Οίκος

Η προσευχή ομού και στεναγμός, της στειρώσεως και ατεκνώσεως Ιωακείμ τε και Άννης, ευπρόσδεκτος, και εις τα ώτα Κυρίου ελήλυθε, και εβλάστησαν καρπόν ζωηφόρον τω κόσμω· ο μεν γαρ προσευχήν εν τω όρει ετέλει, η δε εν παραδείσω όνειδος φέρει· αλλά μετά χαράς, η στείρα τίκτει την Θεοτόκον, και τροφόν της ζωής ημών.