Το παρασκήνιο στην κόντρα ΔΝΤ-Βρυξελλών

0
33
Λαγκάρντ, απέρριψε, κατηγορία,

Αρκετά σκοτεινά ελατήρια και επιδιώξεις φαίνεται πως κρύβει η κόντρα που μαίνεται ανάμεσα στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τις Βρυξέλλες για τον μηχανισμό εφαρμογής έκτακτων, προληπτικών μέτρων, ο οποίος αποτελεί το σημαντικότερο «αγκάθι» στη διαπραγμάτευση με τους δανειστές.

Από τη μια πλευρά βρίσκονται το ΔΝΤ με το Βερολίνο και τους «δορυφόρους» του, και από την άλλη η Κομισιόν, με την οποία συμφωνούν Ελλάδα, Γαλλία, Ιταλία, Πορτογαλία και Λουξεμβούργο.

Το Ταμείο επιμένει ότι η Ελλάδα πρέπει να θεσπίσει έναν αυτόματο μηχανισμό διόρθωσης των αποκλίσεων στους δημοσιονομικούς στόχους και να προσδιορίσει εκ των προτέρων τα μέτρα που θα λάβει, χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε δυνατότητα πολιτικής παρέμβασης εκ των υστέρων.

Η ελληνική πλευρά δεν διαφωνεί στην ενσωμάτωση ενός διορθωτικού μηχανισμού στη συμφωνία για την αξιολόγηση, ωστόσο αδυνατεί να νομοθετήσει εκ των προτέρων την ποσοτικοποίηση και την εξειδίκευση, δηλαδή το ύψος των μέτρων και την αναλυτική τους καταγραφή, επικαλούμενη το ελληνικό Σύνταγμα.

Επαρκούν τα μέτρα

Οι Βρυξέλλες εκτιμούν ότι τα μέτρα που έχει λάβει ως σήμερα η ελληνική κυβέρνηση επαρκούν για την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων του ελληνικού προγράμματος ως το 2018, ενώ ο Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ φέρεται να έγινε κυριολεκτικά έξαλλος με τις απαιτήσεις του ΔΝΤ, χαρακτηρίζοντάς τες «παράλογες και μη δημοκρατικές», υπογραμμίζοντας ότι η απαίτηση για νομοθέτηση προληπτικών μέτρων «δεν θα γινόταν αποδεκτή σε καμία δημοκρατία στον κόσμο».

Ο πρόεδρος της Κομισιόν έχει έναν ακόμη σημαντικότερο λόγο να είναι εξοργισμένος με το Ταμείο: το ΔΝΤ αμφισβητεί και την αξιοπιστία της Eurostat, που είναι το αρμόδιο όργανο για να διαπιστώσει τυχόν αποκλίσεις από τους δημοσιονομικούς στόχους. Για το ΔΝΤ, η Eurostat δεν επαρκεί και χρειάζεται η δημιουργία ενός νέου ελεγκτικού μηχανισμού, στον οποίο θα συμμετέχει και το ίδιο. Η σαφής αμφισβήτηση ενός ευρωπαϊκού οργάνου, που συνεπάγεται αμφισβήτηση και του κύρους της Κομισιόν είναι «casus belli» για τον Γιούνκερ, ο οποίος βλέπει τη σύσταση ενός νέου οργάνου από κοινού με το ΔΝΤ ως τον Δούρειο Ίππο για τη διείσδυση του Ταμείου στο ευρωπαϊκό πλαίσιο ελέγχου και άρα στα της ευρωπαϊκής οικογένειας.

Διαβάστε επίσης:  Αισιοδοξία για συμφωνία σε τεχνικό επίπεδο έως τις 7 Απριλίου, εκφράζει κυβερνητική πηγή

Ακόμη και ο Γερούν Ντάισελμπλουμ δείχνει να αντιλαμβάνεται τις επιδιώξεις του Ταμείου, και γι’ αυτό έσπευσε να διευκρινίσει ότι το ζήτημα είναι «νομικά πολύπλοκο». Το Βερολίνο έχει τους δικούς του λόγους για να συνταχθεί με το ΔΝΤ. Η Γερμανία εφαρμόζει η ίδια ένα «φρένο χρέους» το οποίο απαγορεύει να ξεπερνά ο ετήσιος δανεισμός το 0,35% του ΑΕΠ της χώρας. Εφόσον, όμως, παραστεί ανάγκη μεγαλύτερου δανεισμού, μπορεί να γίνει μεταφορά του ποσοστού στην επόμενη χρονιά, χωρίς κυρώσεις.

Επιπλέον, βάσει του «κόφτη» στη συσσώρευση δημοσιονομικού ελλείμματος, ο μηχανισμός ενεργοποιείται και λαμβάνονται μέτρα, δηλαδή κόβονται χρήματα από όλους τους κωδικούς του προϋπολογισμού. Η κρίσιμη λεπτομέρεια είναι ότι οι περικοπές γίνονται βάσει της υπέρβασης του ελλείμματος, χωρίς να είναι προκαθορισμένο το ποσό. Ωστόσο, εδώ και χρόνια ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε επιμένει πως πρέπει να καθιερωθούν αυτόματοι ρυθμιστικοί μηχανισμοί σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Η περίπτωση της Ελλάδας αποτελεί πρώτης τάξεως ευκαιρία για… πρόβα τζενεράλε του συστήματος αυτού, και στη συνέχεια να ακολουθήσουν άλλοι «συνήθεις ύποπτοι», όπως η Γαλλία, η Ισπανία, η Ιταλία και τελικά ολόκληρη η Ευρωζώνη.

ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΠΙΡΣ: Η θέση των ΗΠΑ δεν έχει αλλάξει

Με χθεσινή του παρέμβαση-ανακοίνωση, ο Αμερικανός πρέσβης στην Ελλάδα υπογράμμισε «εμφατικά» ότι «η θέση των ΗΠΑ απέναντι στο ελληνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων δεν έχει αλλάξει».

«Εχουμε δηλώσει επανειλημμένως ότι η Ελλάδα έχει ανάγκη από μια γενναία ελάφρυνση χρέους και ότι πρέπει να συνεχίσει τις δομικές μεταρρυθμίσεις που θα την οδηγήσουν στην ανάπτυξη», σημειώνει ο κ. Ντέιβιντ Πιρς και συνεχίζει: «Έχουμε επίσης δηλώσει επανειλημμένως τη στήριξή μας υπέρ της έκκλησης του ΔΝΤ να φέρουν σε πέρας οι Έλληνες τις δομικές μεταρρυθμίσεις και να υπάρξει ουσιαστική ελάφρυνση του χρέους».